συνάντημα

συνάντημα
το, ΝΜΑ [συναντῶ]
τυχαίο συμβάν, σύμπτωση
νεοελλ.
συνάντηση, συναπάντημα
μσν.-αρχ.
(για νόσο ή επιδημία) αιφνίδια επίπτωση, αιφνίδια προσβολή
αρχ.
επιβεβαίωση, επικύρωση.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • συνάντημα — incident neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναντημάτων — συνάντημα incident neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναντήμασι — συνάντημα incident neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναντήμασιν — συνάντημα incident neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναντήματα — συνάντημα incident neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναντήματι — συνάντημα incident neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναντήματος — συνάντημα incident neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνάντισμα — ίσματος, τὸ, Α [συναντίζω] συνάντημα …   Dictionary of Greek

  • συναντηματικόν — τὸ, Μ [συνάντημα, ατος] φρ. «συναντηματικὸν βιβλίον» βιβλίο στο οποίο ερμηνεύονται διάφορα τυχαία γεγονότα …   Dictionary of Greek

  • ԴԻՊՈՒԱԾ — (ոյ, ոց.) NBH 1 0626 Chronological Sequence: Early classical, 8c, 10c, 12c, 14c գ. συνάντημα, τύχη casus, eventus Դէպք. անցք. պատահումն. պատահար. *Մի դիպուած է յամենեսեան ի նոսա: Որպէս դիպուած (կամ պատահար) է անմտին, եւ ինձ դիպեսցի. Ժող. ՟Բ. 14.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”